Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Asghar Farhadi


Γράφει η Μιρέλα Σταυρινού


Ασγκάρ Φαραντί: ένας δημιουργός με λαμπρό παρόν, αριστουργηματικό «Παρελθόν» και πολλά υποσχόμενο μέλλον…

Μετά και από το τελευταίο του αριστούργημα με τίτλο «Το Παρελθόν» το οποίο παίζεται στις Αθηναϊκές αίθουσες από τη περασμένη κιόλας εβδομάδα, νομίζω πως ήρθε πια η ώρα να πούμε λίγα λόγια για τον Ασγκάρ Φαραντί…

Όχι τόσο για όσους τον έχουν γνωρίσει μέσω των ταινιών του, οι οποίες δεν χρειάζονται προλόγους και συστάσεις – μιλούν από μόνες τους κατευθείαν στην καρδιά του θεατή – όσο για όσους ακόμα δεν έχουν δει έργο του. Και χάνουν πολλά, σας διαβεβαιώ.

Το θέμα είναι ότι ο Φαραντί είναι Ιρανός. Πιο παλιά, όταν άκουγα την φράση «εμένα μου αρέσει ο Ιρανικός κινηματογράφος», έλεγα οκ, αυτός είναι ένας τρόπος για να δηλώσει κανείς πόσο εναλλακτικά γούστα έχει στην Έβδομη Τέχνη. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ως «Ιρανικός κινηματογράφος» χαρακτηρίζονται και τα έργα του Τζαφάρ Παναχί. Αξιόλογα μεν και εκείνα, (ο «Κύκλος» είναι μια δημιουργία που στοιχειώνει τη ζωή του θεατή για χρόνια), αλλά με τελείως διαφορετικό ύφος, θεματολογία και εν τέλει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Απλά άλλοι κόσμοι. Γι’ αυτό ας καταλάβει και ο κόσμος που διαβάζει τις κριτικές των εντύπων ότι το να χαρακτηρίζουμε μια ταινία με βάσει την εθνικότητα του σκηνοθέτη είναι κοντόφθαλμη και γενικευμένη αντιμετώπιση. Άλλωστε ποιος καλλιτέχνης περιγράφει την αντικειμενική πραγματικότητα; Αν το κάνει κανείς αυτό, απλά δεν είναι καλλιτέχνης.

Και επιτέλους: ο «Ιρανικός κινημαγράφος» δεν είναι ούτε «βαρύς», ούτε δυσπρόσιτος, ούτε ψευτοκουλτουριάρης, ούτε μη ιδανικός για να περάσεις ένα όμορφο Σαββατόβραδο στο σινεμά.

Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας.

Ένας Χωρισμός


Το «Ένας Χωρισμός» του 2011 μίλαγε Ιρανικά, σε ιρανικό έδαφος, με μια βασανισμένη γυναικεία ψυχή που θέλει να πάρει τη 12χρονη κόρη της και να φύγει εξωτερικό – για να μεγαλώσει το παιδί σε ένα καλύτερο περιβάλλον. Όχι, ο άντρας της δεν την κακοποιεί. Αντιθέτως, είναι ένας ευγενής σύζυγος και τρυφερός πατέρας. Όχι, δεν έχουν φρικτά οικονομικά προβλήματα. Ούτε η γυναίκα καταπιέζεται. Τη βλέπουμε να εργάζεται, να οδηγεί, να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της... Τότε γιατί θέλει να φύγει;;; Η παθογένεια μιας κοινωνίας και ενός πολιτισμού είναι τελικά πολύ περίπλοκο και δαιδαλώδες θέμα, δύσκολο να εξηγηθεί με λόγια. Μέσω της Τέχνης πολύ πιο εύκολα σκιαγραφείται. Και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Στην ταινία συντελείται ένα έγκλημα. Ή μάλλον ατύχημα. Ή μήπως δυστύχημα; Οι ζωές όλων γίνονται άνω-κάτω. Το δικαστήριο αναζητά την αντικειμενική πραγματικότητα. Υπάρχει όμως δικαστήριο που θα κρίνει την Ηθική που καλλιεργήθηκε στον σύγχρονο Ιρανό μέσω του τρόπου που μεγάλωσε; Είναι σαν να κρίνει κανείς τον τρόπο που αναπνέεις. Την γλώσσα που σου έμαθαν να μιλάς όταν γεννήθηκες. Η θρησκεία που μέχρι πριν λίγα χρόνια έγραφαν οι ταυτότητές μας και που σήμερα απλά δηλώνουμε μάς επιβλήθηκε και αυτή όπως ο αέρας που αναπνεύσαμε βγαίνοντας από τη μήτρα. Κάποιοι βασικοί κανόνες Ηθικής πάνε χέρι-χέρι με τη θρησκεία που μας επιβλήθηκε.

Οι χαρακτήρες στο «Ένας Χωρισμός» στην κυριολεξία τσακίζονται από τις εσωτερικές – και εξωτερικές – συγκρούσεις. Δεν υπάρχει «Καλός» και «Κακός». Δεν υπάρχει Αλήθεια και Ψέμα. Εμείς, ως θεατές, δεν μπορούμε να πάρουμε το μέρος κανενός. Απλά να συμπάσχουμε. Απλά να συνειδητοποιήσουμε ότι κι εμείς στη θέση τους απλά δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. Ότι καμιά φορά είμαστε απλά μαριονέτες της Μοίρας, δέσμιοι του τόπου όπου ζούμε, της κυρίαρχης Ηθικής αλλά και της Θρησκείας. Και τα τρία αυτά μας έχουν επιβληθεί και δεν υπάρχει τρόπος να τα αλλάξουμε. Και αυτό είναι το πιο σπαρακτικό στοιχείο της ταινίας.

Στο τέλος η Σιμίν, η σύζυγος, φεύγει. Και ο χωρισμός γίνεται πλέον οριστικός. Φεύγει να βρει μια καλύτερη ζωή, να πάψει πια να είναι μαριονέτα. Άραγε η κόρη της θα την ακολουθήσει; Τελικά καμία Επανάσταση, προσωπική ή όχι, δεν συντελέστηκε χωρίς θύματα…


Το Παρελθόν


Το «Παρελθόν» μιλάει Γαλλικά, σε αντίθεση με την μέχρι τώρα φιλμογραφία του Φαραντί.
 
Και όσοι κριτικοί το χαρακτήρισαν ως «κοινωνική ταινία» ή «οικογενειακό δράμα» είναι σαν να χαρακτήρισαν τη Μπεργκμανική «Περσόνα» ως «ταινία αισθησιακού περιεχομένου». Μιλάμε για τόσο άδικο και άκυρο χαρακτηρισμό. Και τον είδα σχεδόν παντού.

Αν ήμουν επιμελητής περιοδικού, θα απαγόρευα στους κριτικούς κινηματογράφου να κατατάσσουν τις ταινίες σε «είδη», προκαταβάλλοντας έτσι τον θεατή είτε θετικά είτε αρνητικά. Άλλωστε διανύουμε μια φάση που κανείς δεν θέλει να πάει στο σινεμά για να «ψυχοπλακωθεί». Χαρακτηρίζοντας λοιπόν το «Παρελθόν» ως «Ιρανικό οικογενειακό δράμα», αποτρέπεις ένα μεγάλο μέρος του κοινού από το να πάει να το δει. Και δεν είναι αυτή η δουλειά του κριτικού.

Τέλος πάντων, το «Παρελθόν» δεν είναι δράμα. Είναι απλά μια φλοίδα ζωής. Με πάθη, λάθη, συγκρούσεις που συναντάμε παντού στη μέχρι τώρα φιλμογραφία του σκηνοθέτη, και φυσικά… ξανά το Παρελθόν. Και λέγοντας Παρελθόν, δεν εννοώ μόνο όσα έχουμε ζήσει, αλλά και την Ηθική που μας έχουν επιβάλλει τα όσα ζήσαμε στο παρελθόν. Αυτούς τους άγραφους κανόνες που είναι πιο σημαντικοί και από τους Νόμους και που ταλανίζουν τους αντι-ήρωες των ταινιών του Φαραντί, κάνοντας τον θεατή να θέλει να τους αγκαλιάσει. Τουλάχιστον εμένα τέτοια συναισθήματα μου εμπνέουν.

Και το «Παρελθόν» αρχίζει με έναν χωρισμό, όπως και η προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη. Και εδώ ο χωρισμός σηματοδοτεί μια καινούρια αρχή, η οποία και πάλι στοιχειώνεται από φαντάσματα του χθες. Η Μαρί, μητέρα 2 παιδιών από προηγούμενο γάμο, συγκατοικώντας τώρα με το νέο της σύντροφο και το γιο του, ξανασυναντά μετά από χρόνια τον εν διαστάσει σύζυγό της.

Ο λόγος; Απλά για να υπογραφούν τα χαρτιά του διαζυγίου.

Ο πραγματικός λόγος; Πολύ πιο περίπλοκος. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Τα πάντα οδηγούν σε ένα φινάλε που σε τσακίζει ψυχολογικά. Τόσο δυνατό όσο η αλήθεια. Κάποιοι κριτικοί διατείνονται ότι θα το ήθελαν «λιγότερο επεξηγηματικό». Εγώ δεν συμφωνώ μαζί τους. Νομίζω ότι τίποτα δεν περισσεύει. Οι αντι-ήρωες του Φαραντί είναι σαν πιόνια στην σκακιέρα της Μοίρας, της Ηθικής και των συναισθημάτων τους. Η κάθε κίνησή τους όμως έχει σημασία. Με καλογραμμένους διαλόγους και λιτά εκφραστικά μέσα. Συνειδητοποιείς στο τέλος της ταινίας ότι τα παιδιά που παίζουν στην ταινία είναι απλά ηθοποιοί. Και σου είναι τόσο δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις. Πόσο μεγάλος πρέπει να είναι ο σκηνοθέτης για να το καταφέρει αυτό…

Να μη τη χάσετε αυτή τη ταινία. Ούτε καμία από τον Ασγκάρ Φαραντί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: